23.12.08

Ωραίος και… Αλβανός



Τα πιο ωραία χρόνια της ζωής μου ήταν αυτά του Λυκείου. Εκεί γνώρισα την κολλητή μου. Ήταν η μόνη κοπέλα που είχα γνωρίσει μέχρι τότε, η οποία διάβαζε εξωσχολικά βιβλία, όπως και εγώ. Ήταν απίστευτο. Γνώριζε ποιος ήταν ο Ντοστογιέφσκι, ο Κούντερα και η Άννα Φρανκ. Εκ’ των υστέρων, έμαθα πώς και εκείνη είναι Ελληνίδα Ομογενής απ την Αλβανία, οπότε είχαμε πολλά να μοιραστούμε. Ίδιες εμπειρίες, ίδια βιώματα, ίδιο θυμό για αυτό που ζούσαμε.


Τότε η κολλητή μου δεν είχε πολλούς φίλους, εγώ κανέναν. Βλέπετε δεν είναι πολλά τα παιδιά που θα έκαναν παρέα με κάποια που κυκλοφορούσε με φθαρμένο παντελόνι και σκισμένα παπούτσια. Μετά από 6-7 μήνες φιλίας με την κολλητή μου, γνώρισα τον κολλητό της από το Γυμνάσιο. Τον Ηλία.


Ο Ηλίας ήταν ένα από τα ωραιότερα αγόρια που είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Τελείωσε το Γυμνάσιο και δεν συνέχισε το σχολείο. Προτίμησε να δουλεύει διότι εκείνος ήταν το στήριγμα της οικογένειας. Την ημέρα εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής και τα απογεύματα ζωγράφιζε. Όπως μου εκμυστηρεύθηκε η κολλητή μου, ο Ηλίας ήταν αυτοδίδακτός και ζωγράφιζε σαν επαγγελματίας ζωγράφος.


Την πρώτη μέρα της γνωριμίας μας, όταν τον ρώτησα τι δουλειά κάνει, μου απάντησε, μπογιατζής. Μου είπε ότι εκείνος δεν ήταν μαθημένος να ζητάει χαρτζιλίκι από τους γονείς του, και να ήθελε δηλαδή δεν μπορούσε να ζητήσει αφού οι δικοί του δεν είχαν να του δώσουν, για αυτό δούλευε από πολύ μικρός. Ύστερα αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο διότι η οικογένειά του είχε πολύ ανάγκη τα χρήματα.


Πολλοί λίγοι ήξεραν ότι ο Ηλίας εκτός από καλός ελαιοχρωματιστής ήταν και πολύ καλός ζωγράφος. Αυτό το διαπίστωσα όταν είδα τους πίνακές του, παρ’ όλο που δεν ξέρω πολλά από ζωγραφική, είδα πίνακες που μου άρεσαν πολύ.


Στο σχολείο, λοιπόν, εκτός από 3-4 κορίτσια, ούτε εγώ ούτε η κολλητή μου είχαμε πολλά πάρε δώσε με τους υπολοίπους. Μια Δευτέρα η κολλητή μου, μου είπε ότι στο τρίτο διάλλειμα θα περνούσε ο Ηλίας από το σχολείο να την δει. Είπε ότι μόλις τον δει θα με φωνάξει να τον χαιρετήσω και εγώ. Αμ δε…


Ο Ηλίας ήρθε και περίμενε στο προαύλιο χώρο του σχολείου. Για κάποιο περίεργο λόγο στο μέρος που περίμενε ο Ηλίας είχε πολύ κόσμο. Πήγε η κολλητή μου να τον χαιρετήσει και ξαφνικά έγινε το θαύμα.


Από ‘κει που δεν γνώριζε πολύ κόσμο από το σχολείο, η κολλητή μου έγινε διάσημη. Είχα μια ολόκληρη βδομάδα να την δω διότι την τράβαγαν από δω και από ‘κει. Σχεδόν όλες οι κοπέλες ήθελαν να κάνουν παρέα μαζί της. Όλες την ρώταγαν αν είχε σχέση με τον «ωραίο» και εκείνη τους έλεγε ότι είναι φίλος της.


Όλες προσπαθούσαν να μάθουν όσο γίνεται περισσότερες πληροφορίες, μέσω της κολλητής μου, για τον τύπο στο προαύλιο του σχολείου. Μάλιστα, μια κοπέλα έδωσε και το τηλέφωνό της για να επικοινωνήσει ο Ηλίας μαζί της και να βγουν για καφέ. Όταν βγήκαν για καφέ και δεν έγινε τίποτα μεταξύ τους εκείνη ήρθε κλαίγοντας και είπε την αξέχαστη φράση: «Μόλις έχασα την ευκαιρία να τα φτιάξω με έναν ωραίο».


Αυτό το περιστατικό με έβαλε σε σκέψεις και με έκανε να καταλάβω ότι τελικά δεν υπάρχει ρατσισμός στην Ελλάδα. Έχω αποδείξεις για αυτό που λέω. Καμία από τις κοπέλες που ρώταγαν όλο ενδιαφέρον για τον Ηλία δεν πειράχτηκε που εκείνος ήταν Αλβανός. Ούτε το γεγονός ότι εκείνος δεν πήγαινε σχολείο αλλά εργάζονταν ως ελαιοχρωματιστής.


Τελικά, κατάλαβα ότι το πρόβλημα με τους ξένους στην Ελλάδα δεν είναι η καταγωγή τους. Όχι, και όποιος πει τέτοιο πράγμα είναι μεγάλος ψεύτης. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η εξωτερική εμφάνιση. Αν για παράδειγμα όλοι οι Αλβανοί είχαν την εμφάνιση του Ηλία (ή του Σόμερ που έπαιζε τον Αλβανό σε μια τηλεοπτική σειρά) και όλες οι Αλβανίδες ήταν καλλονές κανένας δεν θα συζητούσε για την καταγωγή τους αλλά για τα πόδια, τον πισινό και τα «μπαλκόνια» τους.


Διότι όπως λέει και ο Όσκαρ Ουάιλντ «Η ομορφιά είναι ανώτερη ακόμη και από την ευφυΐα διότι δεν χιάζεται απόδειξη».

19.12.08

Ε - ρωτάς;


Εγώ: «Τι έχει να φάμε;»

Η μητέρα μου: «Απ’ όσο ξέρω τίποτα. Μαγείρεψες κάτι εσύ;»

Εγώ: «Εγώ από πού να μαγειρέψω, από την δουλειά;»

Η μητέρα μου: «Κοίτα να δεις σύμπτωση. Αυτό σκέφτηκα και εγώ όταν με ρώτησες. Από πού να μαγειρέψω από την δουλειά;»

Εγώ: «Ναι αλλά εσύ είσαι μάνα. Έχεις παιδιά. Δεν είμαστε το ίδιο.»

Η μητέρα μου: «Αυτό λέω και εγώ. Εσύ είσαι νέα και δεν είσαι μια κουρασμένη μάνα που δουλεύει, οπότε μπορείς να μαγειρέψεις και μόνη σου μια χαρά. Άλλωστε όλο λες ότι θα πας να μείνεις μόνη σου. Όταν μείνεις μόνη σου ποιος θα σου μαγειρέψει; Θα γυρνάς σπίτι και θα ρωτάς τους τοίχους μήπως σου μαγείρεψαν κάτι;».

Τι να της πεις; Είχε δίκαιο.

Η συζήτηση αυτή έγινε πριν από αρκετά χρόνια. Τότε άρχισαν να μαγειρεύω γιατί ήξερα ότι όταν θα γύριζα από την δουλειά δεν θα υπήρχε τίποτα να φάω. Υπήρχαν αρκετές φορές που δεν είχα όρεξη να μαγειρέψω και ήθελα να φάω κάτι απ’ έξω, έτσι επισκεπτόμουν το τυροπιτάδικο που είναι τρία στενά πιο πέρα από το σπίτι μου. Το είχα επισκεφθεί τόσες φορές που στο τέλος γίναμε και φιλαράκια με τα παιδιά που εργάζονταν εκεί.

Μάλιστα, κάποιο από τα παιδιά που δούλευε εκεί μου έδωσε και το e-mail του. Ανταλλάσαμε ηλεκτρονικά γράμματα κάθε μέρα και όσο περισσότερα μου έγραφε τόσο περισσότερο πίστευα ότι ταιριάζαμε. Μού είχε πει μάλιστα ότι και εκείνου του αρέσει να γράφει.

Κάποια στιγμή στους 3 μήνες ηλεκτρονικής γνωριμίας μας είπαμε να πάμε σινεμά. Εκείνη την στιγμή πίστεψα πραγματικά ότι είχα βρει το άλλο μου μισό.
Όμορφο δεν τον έλεγες αλλά ήταν σίγουρα γοητευτικός και έξυπνος. Είχε χιούμορ και σου έδινε μια αίσθηση ασφάλειας που δύσκολα βρίσκεις στους νεαρούς άνδρες σήμερα. Αισθανόμουν πολύ τυχερή που τον συνάντησα. Θεωρούσα ότι τέτοια άτομα σπανίζουν. Μόρφωση, παιδεία, καλοσύνη και όλα αυτά σε ένα και τα είχα βρει εγώ. Ακόμη και τίποτα να μην γινόταν μεταξύ μας, ακόμη και φίλοι να μέναμε πάλι δεν θα με χάλαγε.

Ερχόταν το καλοκαίρι και σε ένα από τα e-mail του μου είχε στείλει ότι ήθελε να πάμε μαζί διακοπές. Στο εξωτερικό κιόλας. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Δεν μπορούσα να το πιστεύω ότι ήθελε να πάει διακοπές μαζί μου. Με πήρε τηλέφωνο να κανονίσουμε και του είπα ότι έπρεπε να φροντίσω πρώτα τα χαρτιά μου διότι δεν είχα ακόμη ελληνικό διαβατήριο.

Με ρώτησε γιατί δεν είχα ελληνικό διαβατήριο και του απάντησα ότι είμαι Ελληνίδα Ομογενής από την Αλβανία και έχω γεννηθεί στην Αλβανία. Με ρώτησε γιατί δεν του το είχα πει τόσο καιρό και του απάντησα ότι δεν το θεώρησα σημαντικό για να του το πω. Άλλωστε δεν με είχε ρωτήσει και ο ίδιος ποτέ.

Η χροιά της φωνής του άλλαξε, έγινε πιο σοβαρή και μου είπε ότι θα ξαναμιλήσουμε κλείνοντας το τηλέφωνο άρον- άρον. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι σε αυτό το ταξίδι δεν θα γινόταν ποτέ.

Από τότε ούτε e- mail, ούτε τηλέφωνο, ούτε μήνυμα πήρα από εκείνον. Λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Δεν άντεξα και είπα να περάσω από το τυροπιτάδικο. Μόλις με αντίκρισε πήρε την έκφραση κάποιου που μόλις είδε φάντασμα. Γούρλωσε τα μάτια του και χωρίς να με χαιρετήσει, με ρώτησε τι θα πάρω… σαν να μην είχαμε γνωριστεί ποτέ.

Όταν πήγα σπίτι είχα μια τρομερή ένταση. Αναρωτιόμουν τόσο κακό ήταν που είχα γεννηθεί στην Αλβανία; Ο τόπος γέννησης είναι λόγος να απορρίψεις έναν άνθρωπο;

Πήρα το κινητό μου και του έγραψα ένα μήνυμα. Μετά έσβησα τον αριθμό και δεν του ξαναμίλησα ποτέ. Το μήνυμα απ’ ότι θυμάμαι έγραφε τα εξής: «Η καλησπέρα είναι του Θεού και ο Θεός ανήκει σε όλους ανεξάρτητα από την καταγωγή, το χρώμα δέρματος ή την θρησκεία».

Από τότε όταν γνωρίζω καινούριους ανθρώπους, από τα πρώτα πράγματα που κάνω είναι να τους λέω που έχω γεννηθεί.

16.12.08

Ευνούχος στο χαρέμι…



Έχουμε και λέμε, κοντεύει να τελειώσει ο μήνας και στην εταιρία που εργάζομαι δεν μας έχουν πληρώσει ακόμη τα δεδουλευμένα του Νοεμβρίου. Όλη μου η περιουσία είναι 20 ευρώ και αυτά δανικά από την μητέρα μου. Πηγαίνω στην δουλειά 9 η ώρα το πρωί και υπάρχουν φορές που έχω φύγει και 9 το βράδυ. Φυσικά, χωρίς να πληρωθώ τις υπερωρίες.
Το πιο περίεργο απ’ όλα δεν είναι ότι δεν έχουν να μας πληρώσουν. Την άσχημη οικονομική κατάσταση της εταιρίας την γνωρίζουμε όλοι. Το πιο περίεργο απ’ όλα είναι ο τρόπος που μας αντιμετωπίζουν. Πραγματικά, λες και ήμαστε ζώα. Προχθές, πέρναγα από το λογιστήριο και μια κοπέλα έτρωγε το κολατσιό της. Ο υπεύθυνος μόνο που δεν της το πήρε να της το πετάξει από το παράθυρο. Αν δεν ήμουν εκεί δεν θα το πίστευα. «Άσ’ το κάτω και πάρε αυτό το τηλέφωνο. Τ Ω Ρ Α», άκουσα να της φωνάζει.
Ο ιδιοκτήτης της εταιρίας έχει το θράσος και απαιτεί να καθόμαστε από το πρωί ως το βράδυ, αλλά όταν του ζητάμε να μας πληρώσει ενοχλημένος μας λέει ότι αυτό θα γίνει σύντομα. Τόσο σύντομα που έχουν περάσει σχεδόν δυο μήνες και κάνεις δεν έχει πάρει φράγκο.
Όλοι μας στην εταιρία εκτός από το αντικείμενό μας ασχολούμαστε παράλληλα με πολλές άλλες δουλειές. Με τις δουλειές εκείνων που απολύθηκαν. Από ‘κει που υπήρχαν 30 άτομα προσωπικό έχουν μείνει μόνο 7. Φυσικά, το μεγάλο αφεντικό, δεν «βγαίνει»… δεν έχει κέρδη λέει και με θράσος απαιτεί να τον βοηθήσουμε (δηλαδή να δουλεύουμε για την ψυχή της μάνας μας και να μας πληρώνει όταν του κάνει κέφι. Λες και έχει να κάνει με δούλους, όχι με εργαζόμενους). Μιλάει με έναν τρόπο που σου δίνει την εντύπωση ότι όταν θα αρχίζει να κερδίζει τα εκατομμύρια, θα τα μοιραστούμε… Στην χασούρα μαζί και στα κέρδη χώρια, που λέει και η μάνα μου.
Πριν από λίγες ημέρες μια θεία μου, μου έλεγε: «Η ζωή είναι για σας τους νέους. Για αυτό προσπάθησε να την ζήσεις τώρα που είσαι νέα και υγιής. Όταν γεράσεις δεν θα έχει όρεξη για τίποτα.»
Αλήθεια ποιος ο λόγος που δεν χαίρομαι την ζωή μου τώρα που είμαι νέα; Μήπως επειδή δουλεύω από το πρωί ως το βράδυ; Μήπως επειδή δουλεύω και παρ’ όλα αυτά ζω με δανικά από την μητέρα μου; Μήπως επειδή είμαι 26 ετών και ζω ακόμη με τους γονείς μου λες και είμαι 12 ετών; Μήπως επειδή με εκμεταλλεύονται και κανείς δεν κάνει τίποτα για αυτό;
Καταλαβαίνω απόλυτα τους ανθρώπους που κάθε απόγευμα κλείνουν το κέντρο. Είναι ο μόνος τρόπος διαμαρτυρίας πια. «Μπαίνοντάς τους στην μύτη» είναι ο μόνος τρόπος να σου δώσουν προσοχή. Μόνο έτσι καταλαβαίνει η κυβέρνηση ότι τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν πιο σκατά απ’ ότι είναι. Όπως φαίνεται αυτός είναι ο μόνος τρόπος, οι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί «πάνω» να καταλάβουν ότι εδώ «κάτω» έχουμε φτάσει στο πάτο του βαρελιού. Ότι δεν πάει άλλο.
Τελικά βρήκα για ποιο λόγο ενώ είμαι νέα, δεν χαίρομαι την ζωή μου. Επειδή είμαι όπως ο ευνούχος στο χαρέμι…
Έχω νιάτα και ενέργεια αλλά δεν έχω χρόνο, χρήματα (παρ’ όλο που δουλεύω σαν είλωτας), προοπτικές και ανήκω στην γενιά που το μέλλον του προβλέπεται χειρότερο από εκείνο των γονιών του.


15.12.08

Μαθήματα Σεβασμού



Πρωί Δευτέρας, ώρα 8:25 και στην εφορία της περιοχής μου, ευτυχώς δεν είχε πολύ κόσμο. Πρώτη στην σειρά μπροστά στο υπάλληλο ήταν μια ξανθιά κυρία, δεύτερος ένας μελαχρινός νεαρός και τρίτη εγώ. Πρώτη φορά, σκέφτηκα θα ξεμπερδέψω νωρίς.

Έριξα μια ματιά γύρο μου και είδα ότι επικρατούσε μια παραδεισένια ηρεμία. Όχι από την πλευρά από των φορολογούμενων αλλά από την πλευρά των υπαλλήλων. Η μελαχρινή κυρία που ήταν στο απέναντι πόστο έπινε καφέ. Πιο μέσα οι δυο κυρίες έλεγαν τα νέα τους ενώ ο κύριος, στο πόσο του οποίου βρισκόμουν μπροστά, μιλούσε στο τηλέφωνο και ψευτο-ξεφύλλιζε κάτι έγγραφα.

«Ο γάμος ήταν χάλια, ούτε φαγητό καλό είχε ούτε η νύφη έλεγε τίποτα το ιδιαίτερο. Ναι σου λέω, παιδί μου. Τζάμπα κόπο κάναμε και τραβηχτήκαμε μέχρι την Κόρινθο. Μα τι θέλω και ακούω την παλαβή την γυναίκα μου. Για πες εσύ τι νέα; Ναι, εγώ όπως τα ξέρεις τα ίδια. Δουλειά – δουλειά – δουλειά. Ναι μωρε, τι να σου πω τώρα χάλια. Μια φίλη της Λένας είναι ούτε που την είχα ξαναδεί. Ε.. μετά το γάμο εγώ ήρθα Αθήνα και η γυναίκα μου έμεινε εκεί.»

Η ξανθιά κυρία είχε αρχίσει και έβγαζε καπνούς από την μύτη ακούγοντας τον υπάλληλο να μιλάει στο τηλέφωνο λες και ήταν μόνος του στην αίθουσα. «Συγγνώμη, μήπως να με εξυπηρετούσατε πρώτα και μετά να συνεχίζατε την κουβεντούλα σας;», ακουστικέ να λέει νευριασμένη η κυρία στον υπάλληλο.

Ο υπάλληλος αρκετά εκνευρισμένος της λέει: «Τι θέλετε κυρία μου; Γιατί φωνάζετε;». Έκλεισε άρον- άρον το τηλέφωνο και εξυπηρέτησε με μεγάλη δυσαρέσκεια την κυρία. Ήρθε η σειρά του μελαχρινού νερού, ο οποίος πρέπει να ήταν μάλλον Ινδός. Με σπαστά Ελληνικά τον ρώτησε για τα έγγραφα που κρατούσε στο χέρι. Ο υπάλληλος με έναν αέρα άνεσης τον προσπέρασε και άρχισε να μιλάει με τον διπλανό συνάδελφό του σαν να μη υπήρχε κανείς άλλος στην αίθουσα.

Ο νεαρός περίμενε υπομονετικά να τελειώσει ο εφοριακός την συζήτηση, εγώ όμως όχι. «Συγγνώμη. Μήπως μπορείτε να μας εξυπηρετήσετε;». Πρέπει να με άκουσαν μέχρι το τέρμα της αίθουσας.

Τότε ο υπάλληλος πήρε την απόφαση να γυρίσει προς το μέρος μας. Εξήγησε στον μελαχρινό νεαρό τι έπρεπε να κάνει και πριν φύγει ο νεαρός του λέει όλο έπαρση: «Και να σέβεσαι το Ελληνικό Κράτος που σε ταΐζει». Ο νεαρός δεν είπε τίποτα. Πριν φύγει, γύρισε και κοίταξε τον εφοριακό όλο απορία.

Όταν ήρθε η σειρά μου ήθελα τόσο πολύ να μου πει την ατάκα περί σεβασμού και ταΐσματος αλλά για την καλή του τύχη τα μαθήματα σεβασμού περιορίστηκαν στον νεαρό Ινδό.

12.12.08

Σελίδες από το ημερολόγιο της μικρής «Ξένης» (II)

Πολυαγαπημένο μου ημερολόγιο,

Ήθελα να σου γράψω διότι βαριέμαι αφάνταστα. Λοιπόν, από πού να αρχίσω και που να τελειώσω. Δεν ξέρω πως φαντάζεσαι την κατάσταση στην χώρα μας σήμερα αλλά τα πράγματα εδώ είναι τόσο καλά και ήρεμα που καταντάνε βαρετά.

Ναι, ναι δεν κάνω πλάκα. Όλοι πλέον έχουν πολλά λεφτά. Οι παππούδες δεν ξέρουν τι να κάνουν με τόσες χιλιάδες ευρώ που παίρνουν από τις συντάξεις τους. Ο βασικός μισθός, θυμάσαι που πριν λίγο καιρό ήταν 600 ευρώ; Ε… σήμερα ο ανειδίκευτος εργάτης τρώει στο Χίλτον μαζί με τον Βαρδινογιάννη και τον Λάτση.

Πάνε οι καλές οι μέρες που δεν είχαμε να φάμε. Που βγαίναμε όλοι έξω και κάναμε πλιάτσικο στους δρόμους. Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Θυμάσαι ένα παλιό τραγούδι που έλεγε: «Γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια;». Πλέον το τραγούδι πρέπει να πάει κάπως έτσι: «Αχ τα πεντοχίλιαρα αυτά τα πετσετάκια». Διότι τα 5000 ευρώ έχουν γίνει πλέον πετσετάκια.

Αλλά να σου πω την μαύρη μου αλήθεια αγαπητό μου ημερολόγιο; Παρ’ όλα αυτά τα καλά κανείς δεν δείχνει ευτυχισμένος. Όλοι μιλάνε για τις παλιές καλές ημέρες που δουλεύαμε από το πρωί έως το βράδυ για ένα κομμάτι ψωμί. Που οι υπερωρίες μας δεν πληρώνονταν, που η ανεργία μαστίγωνε την χώρα, που το σύστημα Υγείας και η Παιδεία αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα, τότε που όλοι βγαίναμε έξω και βρίζαμε για να διαμαρτυρηθούμε.

Πάνε όλα αυτά. Και μου λείπουν πολύ ρε γαμώτο. Η κουκούλα μου έχει πιάσει αράχνες. Πέρασε πολύς καιρός από το τελευταίο πλιάτσικο. Και δεν υπάρχει και λόγος να κάνω πλιάτσικο πια, τα πάντα είναι τόσο φτηνά που δεν σου έρχεται καν’ η όρεξη ούτε να τα αγοράσεις αλλά ούτε και να τα κλέψεις. Όλα είναι τόσο μα τόσο βαρετά που λέω να την πέσω για ύπνο μήπως και δω κανένα όνειρο ότι βγαίνω στους δρόμους, ότι όλα είναι χάλια και ότι δέρνω μπά..., ούπς, ειδικούς φρουρούς ήθελα να πώ.


8.12.08

«Φυλακισμένοι Άγγελοι»



«Γεννήθηκα πριν από ένα χρόνο και μένω σε ένα μεγάλο σπίτι, που η μαμά μου το λέει φυλακή. Έκτος από μένα και την μαμά μου εδώ μένουν και άλλες μαμάδες με παιδάκια. Τώρα το χειμώνα εδώ κάνει πολύ κρύο, έχει θόρυβο και το γάλα που μας δίνουν μυρίζει και δεν μου αρέσει καθόλου.

Πολλές φορές δεν μπορώ να κοιμηθώ τις νύχτες από τις φωνές των άλλων παιδιών. Πολλά απ’ αυτά είναι άρρωστα και κλαίνε όλη νύχτα. Θέλω πολύ να ρωτήσω την μαμά μου γιατί δεν ήμαστε σε ένα δικό μας σπίτι, με δική μας κουζίνα και δικιά μας τουαλέτα, όπως όλες οι οικογένειες του κόσμου, αλλά δεν μπορώ. Είμαι ακόμη μικρός και δεν έχω μάθει την γλώσσα των μεγάλων.

Μια μέρα, την ώρα του θηλασμού, έβλεπα την μαμά μου να κλαίει και να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Μου μίλαγε και είχα την αίσθηση ότι νόμιζε πως εγώ δεν την άκουγα. Μου έλεγε πως μ’ αγαπάει πολύ και εκείνη φταίει που εγώ είμαι εδώ μέσα. Μου είπε ότι μετά από δύο χρόνια εγώ θα φύγω από την φυλακή, εκείνη όμως θα συνεχίσει να μένει εκεί για πολλά χρόνια ακόμη.

Τον μπαμπά μου δεν τον έχω γνωρίσει ποτέ. Δεν έχει έρθει ποτέ να μας επισκεφθεί. Η μαμά μου λέει πως μετά από 2 χρόνια αν δεν έρθει να με πάρει εκείνος ή κάποιος συγγενείς μας θα με πάνε σε ένα άλλο μεγάλο κρύο σπίτι, πάλι με πολλά άλλα παιδάκια όπου πάλι το γάλα θα μυρίζει.

Έρχονται Χριστούγεννα και εδώ μέσα δεν μπορεί κανείς να κάνει πολλά πράγματα. Όσοι είναι έξω όμως, μπορούν να κάνουν πολλά. Αυτό μου το έμαθαν μια ομάδα παιδιών, το «Ξεμπλοκάρισμα» που είχαν έρθει πριν από μερικούς μήνες και μας είχαν φέρει παιχνίδια και δώρα. Χάρηκα πολύ τότε.

Όπως μου είπε η μαμά μου τα παιδιά αυτά κάνουν πάρτι στις 13 & 14 Δεκεμβρίου, στην δημοτική αγορά της Κυψέλης, (Φωκίωνος Νέγρη 42 Αθήνα). Εκεί θα διοργανώσουν ένα διήμερο bazaar με πολύ μουσική, φαγητό και ποτό.Το πάρτι θα ξεκινήσει το Σάββατο 13 Δεκεμβρίου στις 19:00 και την Κυριακή 14 στις 13:00 και θα συνεχιστεί μέχρι αργά το βράδυ.
Στο πάρτι που κάνει το «Ξεμπλοκάρισμα», μπορείτε να φέρετε πάνες, μωρομάντηλα, πούδρες, λαδάκια, σαμπουανάκια και φυσικά πολλά παιχνίδια για μας τα παιδιά.
Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα πράγματα μπορείτε να μπείτε εδώ: http://xeblogarisma.blogspot.com/.

(Επίσης, από έγκυρες πηγές έμαθα ότι στο πάρτι θα είναι και η «Ξένη»)

Καλές γιορτές σε όλους σας».

5.12.08

Όταν γνώρισα τον Άγιο Βασίλη



Από μικρή γνώριζα ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Ότι όλα αυτά περί κάποιου παχουλού Αγίου που μοιράζει δώρα δεν ήταν παρά ένα παραμύθι. Σε μια χώρα όπως η Αλβανία, πριν από 20 χρόνια, που ο απόλυτος άρχοντας ήταν ο δικτάτορας δεν είχαμε την ελευθερία να πιστεύουμε σε αγίους ή θεούς παρά μόνο σε εκείνον που τα μικρά παιδιά τον αποκαλούσαν θείο. Την δεκαετία του 80’, αρχές τις οποίας γεννήθηκα, για όλα τα καλά του κόσμου ήταν υπεύθυνος ο θείος Ενβερ.
Όταν ήρθα στην Ελλάδα, τα παιδιά κάθε Χριστούγεννα έστελναν γράμματα στον Αγ. Βασίλη. Ζητούσαν δώρα, παιχνίδια και ότι άλλο επιθυμούσαν. Εγώ και η αδελφή μου όχι διότι ξέραμε πολύ καλά ότι ο δικός μας «Άγιος Βασίλης» δεν είχε την δυνατότητα να μας αγοράσει δώρα. Τα οικονομικά στην οικογένειά μας ήταν τρισάθλια.
Παρ’ όλο, λοιπόν, που δεν πίστευα πότε στον Άγιο Βασίλη εκείνος ήρθε και με συνάντησε… Αρχές Δεκεμβρίου του 2004, θυμάμαι, γυρνούσα σπίτι με πολύ μεγάλη χαρά. Μετά από μια περίοδο ανεργίας είχα βρει δουλειά και στο πορτοφόλι είχα τον πρώτο μου μισθό.
Πήγα στο σπίτι και είπα σε όλους ότι πήρα τον πρώτο μου μισθό. Μάλιστα, μου είχαν δώσει ανάμεσα σε άλλα και ένα χαρτονόμισμα των 200 ευρώ. Πρώτη φορά έβλεπα από κοντά ένα χαρτονόμισμα που είχε την αξία δουλειάς (μαζί με υπερωρίες) μιας ολόκληρης εβδομάδας. Μόλις έφτασα σπίτι άρχισα να ψάχνω το πορτοφόλι μου για να τους δείξω το κίτρινο χαρτονόμισμα.
Έψαχνα, έψαχνα και ξανά- έψαχνα αλλά δυστυχώς τίποτα. Άδειασα την τσάντα μου αλλά το πορτοφόλι μου ήταν άφαντο. Έκανα πάλι την διαδρομή από την στάση του λεωφορείου μέχρι το σπίτι, μήπως μου είχε πέσει κάπου, αλλά τίποτα. Άρχισα να πηγαίνω πέρα δώθε μέσα στο σπίτι μήπως και θυμηθώ τίποτα αλλά ήταν όλα μάταια.
Μετά από δυο ώρες σκέψεις και πίκρας κατέληξα ότι το πορτοφόλι μου, μου είχε πέσει κάπου κοντά στο σπίτι όταν έψαχνα τα κλειδιά. Το πιο πιθανό ήταν να το είχε βρει κάποιος και να το είχε κρατήσει. Ίσως αυτός ο κάποιος να ήταν και ξένος. Να μην είχε χαρτιά ή να μην ήξερε την γλώσσα και να φοβόταν να πάει να το παραδώσει στην Αστυνομία.
Όλα αυτά σκεφτόμουν όταν ξαφνικά άκουσα το κινητό μου να χτυπάει.
«Είστε η κυρία τάδε», με ρώτησε μια ανδρική φωνή.
«Μάλιστα», απάντησα με απορία.
«Χάσατε κάτι σήμερα το απόγευμα;», με ρώτησε.
Εγώ σαν να μην πίστευα στα αφτιά μου απάντησα όλο χαρά, «Ναι, ναι το πορτοφόλι μου».
«Μάλιστα», είπε εκείνος ήρεμος και συνέχισε, «θυμάστε μήπως τι είχατε μέσα;».
Αν θυμόμουν λέει και να ήθελα να ξεχάσω δεν θα μπορούσα. Του είπα ένα- ένα τα αντικείμενα που είχα στο πορτοφόλι και εκείνος μου είπε να πάω στο Αστυνομικό Τμήμα Κυψέλης να το παραλάβω διότι το πορτοφόλι μου το βρήκε ένας κύριος και το είχε πάει εκεί. Μάλιστα, ο αστυνομικός μου είπε ότι ο κύριος αυτός ήταν στο αστυνομικό τμήμα και με περίμενε.
Πότε ντύθηκα, πότε βγήκα στο δρόμο ούτε που θυμάμαι. Δεν είχα μυαλό για τίποτα. Το μόνο που ήθελα ήταν να πάω να συναντήσω αυτόν τον άγιο άνθρωπο και να τον φιλήσω για το καλό που μου έκανε. (Πρέπει να ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου που ένιωθα τόση χαρά που πήγαινα σε Αστυνομικό Τμήμα).
Φτάνοντας στο Αστυνομικό Τμήμα Κυψέλης, μου είπαν να πάω στον 1ο όροφο. Εκεί βρήκα τον αστυνομικό που με πήρε τηλέφωνο. Μέτρησε τα χρήματα, ήταν όλα μέσα ακόμη και τα ψιλά, μου έδωσε την ταυτότητα, τις κάρτες και γενικά όλα όσα υπήρχαν μέσα στο πορτοφόλι μου.
Όταν τον ρώτησα για τον κύριο που έφερε το πορτοφόλι, ο αστυνομικός μου είπε ότι ο κύριος αυτός βιαζόταν και για αυτό έφυγε. Είχε αφήσει, όμως, το όνομα και το τηλέφωνό του. Μόλις βγήκα από το Τμήμα σταμάτησα τον αριθμό του ανθρώπου που βρήκε το πορτοφόλι, στο κινητό μου αλλά κανείς δεν το σήκωνε. Διέκοψα την κλήση και σκέφτηκα να τον ξαναπάρω αύριο που θα ήταν και μέρα.
Τον πήρα τηλέφωνο άπειρες φορές και κανείς δεν το σήκωνε. Κάποιες φορές έβγαινε μια γυναικεία φωνή που έλεγε ότι ο αριθμός αυτός δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή. Πήρα να ρωτήσω στις υπηρεσίες τηλεφωνικού καταλόγου και πάλι δεν έβγαλα άκρη. Ακόμη και το όνομά του, όπως μου είπαν στην υπηρεσία τηλεφωνικού καταλόγου, δεν αντιστοιχούσε σε κάποιον συνδρομητή.
Είχα πάρει την απόφαση να ξαναπάω στο Αστυνομικό Τμήμα για να ελέγξω τα στοιχεία μήπως είχε γίνει κάπου λάθος, αλλά δεν το έκανα διότι ένας φίλος μου, μου είπε κάτι που εγώ δεν μπορούσα να δω εκείνη την στιγμή. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήθελε να με συναντήσει. Δεν ήθελε να του πω ευχαριστώ. Άλλωστε όπως έδειξε και η στάση του δεν το έκανε για να τον ευχαριστήσω. Το έκανε για τον εαυτό του. Για αυτό άλλωστε είχε δώσει και ψεύτικα στοιχεία στο Τμήμα.
Η συγκεκριμένη διαπίστωση με συγκίνησε απίστευτα. Τότε σκέφτηκα ότι μόνο ένας «άγιος» θα μπορούσε να βρει ένα μισθό και να τον επιστρέψει και έπειτα να μην δεχτεί ούτε ένα ευχαριστώ. Αν, λοιπόν, υπήρχε Άγιος Βασίλης σήμερα, σίγουρα, θα είχε την μορφή αυτού του ανθρώπου.

1.12.08

“Κίτρινες” ιστορίες Νο3





Σάββατο 1:30 τα ξημερώματα. Περνούσαν ταξί και κανένα δεν σταματούσε. Ήμουν στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης και περίμενα ταξί για να πάω Παγκράτι σε ένα ρόκ μπαρ. Επιτέλους ένα ταξί σταμάτησε και χωρίς να το πολυσκεφτώ μπήκα και κάθισα στο μπροστινό κάθισμα.
Ο οδηγός έστριψε τόσο απότομα που παραλίγο να βρεθώ κυριολεκτικά στην αγκαλιά του. «Σίγα», είπα σχεδόν χωρίς να το σκεφτώ. «Δεν βιάζομαι πολύ, δεν είναι ανάγκη να τρέχετε τόσο», συμπλήρωσα.
«Ξέρετε», είπε εκείνος δειλά, «εκεί που περιμένατε ταξί, όποιος αποφάσιζε να πάρει την κούρσα έπρεπε να στρίψει παράνομα. Για αυτό και εγώ έτρεξα. Για να μην φάμε κανένα πρόστιμο.» Τότε συνειδητοποίησα γιατί κανείς δεν σταματούσε όταν του έλεγα ότι ήθελα να πάω Παγκράτι.
«Πάτε για διασκέδαση ή επιστρέφετε από διασκέδαση;», με ρώτησε ο οδηγός.
«Τώρα πάω», του απάντησα βλέποντας έξω από το παράθυρο.
«Πάρε και αυτό, μπορεί να σας χρησιμεύει όταν κάνετε πάρτι για τις φίλες σας», μου είπε δίνοντάς μου μια κάρτα. Πήρα την κάρτα, όπου είχε μια ηλεκτρονική διεύθυνση από το ένα μέρος και από το άλλο έλεγε με μεγάλα γράμματα “Live Show” και έδειχνε έναν γυμνασμένο άνδρα με μαγιό. Στην αρχή δεν πολύ κατάλαβα τι σχέση είχε ο οδηγός ταξί με τα Live Show, ανδρών. Όταν όμως γύρισα και τον κοίταξα τότε κατάλαβα.
Ο οδηγός πρέπει να ήταν γύρο στο 1,90, γυμνασμένος σε σημείο που οι μυείς του να είναι ορατοί από την εφαρμοστή μπλούζα του. Το πρόσωπό του φαινόταν πολύ πιο λείο από το δικό μου που είμαι και γυναίκα. Τα μαλλιά φροντισμένα και αυτό που μου έκανε πιο πολύ εντύπωση ήταν ότι δεν είχε τρίχα πάνω του ούτε στα χέρια, ούτε στο στήθος ακόμη και το πρόσωπό του σου έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε κατοικήσει ποτέ τρίχα εκεί. Η εικόνα του σου έδινε την εντύπωση πως απέναντί σου βρισκόταν, ένας τύπος που ξεπήδησε από τις τηλεοπτικές διαφημίσεις τραπεζών και το μόνο που του έλειπε ήταν το κουστούμι.
«Δουλεύετε και εσείς σε αυτό το γραφείο», τον ρώτησα.
«Ναι», απάντησε εκείνος, «Κάνω δυο δουλειές. Εργάζομαι στο ταξί και παράλληλα εργάζομαι και στα πάρτι. Αλλά δεν κάνουμε private parties», μου τόνισε σαν να ήθελε να μου πει ότι είμαι διασκεδαστής όχι πόρνος.
Δεν μπορούσα να μην σχολιάσω. «Είσαι πολύ τυχερός που είσαι άνδρας», του είπα.
«Γιατί;», με ρώτησε λες και του είπα το πιο απίστευτο πράγμα στον κόσμο.
«Ε να, αν ήσουν γυναίκα, θα ντρεπόσουν που θα έκανες αυτή την δουλειά.», του απάντησα.
«Μη το λες αυτό. Πιστεύω ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα για τις γυναίκες πια. Έχουν αλλάξει οι καιροί», είπε εκείνος.
«Ναι καλά, αν ήσουν γυναίκα και διασκέδαζες τους άνδρες χορεύοντας σε πάρτι όλοι θα έλεγαν, ότι κάλεσαν στο σπίτι τους μια πουτάνα να τους χορέψει. Μη σου πω ότι θα σου την είχαν πέσει να σε ρωτάνε πόσο πάει η βίζιτα;», του είπα κοιτώντας έξω από το παράθυρο.
«Τι να σου πω», είπε εκείνος, «θέλω να πιστεύω πως τα πράγματα δεν είναι τόσο χάλια με τις γυναίκες.»
Κάτι άλλο πήγε να πει αλλά είχαμε ήδη φτάσει. Στο ροκ μπαρ μιλώντας με τον ιδιοκτήτη που είναι και φίλος μου, του είπα το περιστατικό. Εκτός από τα γνωστά αστεία που συνηθίζει να λέει σε τέτοιες περιπτώσεις, π.χ.: Αν ψάχνεις κάποιον να σε διασκεδάσει εγώ μπορώ να σου χορέψω τσάμπα και τα συναφή, με ρώτησε πως ήταν ο νεαρός. Του είπα ότι ήταν πολύ ωραίος. Με ρώτησε, μονό αυτό και του είπα ναι μόνο αυτό.
¨Θα μπορούσες να έχεις σχέση με έναν τέτοιον τύπο;¨, συνέχισε ο ιδιοκτήτης. Του απάντησα με ένα ξερό «Δεν ξέρω», αλλά κατά βάθος μέσα μου ήξερα ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έκανα σχέση με έναν τέτοιο άνδρα. Όχι τόσο για το θέμα της δουλειάς του, όσο για το θέμα της εμφάνισης.
Η μικρή μου πείρα μου έχει διδάξει ότι το καλό με τους ωραίους άνδρες είναι ότι είναι ωραίοι. Το κακό, είναι ότι είναι μόνο ωραίοι. Οι περισσότεροι, όχι όλοι, ωραίοι άνδρες, που έχω γνωρίζει είχαν ένα αγαπημένο αντικείμενο να ασχολούνται, τον εαυτό τους και είναι πολύ ξενέρωτο να έχεις έναν σύντροφο να σου μιλάει συνέχεια για τον εαυτό του, τους κοιλιακούς και τα μπράτσα του...