30.12.09

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη




Πολυαγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,

Σου γράφω αυτό το γράμμα και ας ξέρω πως δεν υπάρχεις. Όταν ζεις σε μια χώρα, που «δεν υπάρχει», με πολιτικούς που στην πλειοψηφία τους «δεν υπάρχουν», με νόμους που πραγματικά πουθενά αλλού δεν υπάρχουν, σίγουρα το τελευταίο που θα σου κάνει εντύπωση είναι η μη ύπαρξη ενός Αγίου.

Ξέρω ότι ειδικά αυτές τις ημέρες λαμβάνεις πολλά γράμματα αλλά εγώ δεν θα σου ζαλίσω το κεφάλι με πολλά πράγματα. Δεν θα σου ζητήσω όπως θα έκαναν άλλες έναν ψηλό, ξανθό, γαλανομάτη, έξυπνο, ευαίσθητο με χιούμορ κ.λπ πρίγκιπα (καλά αν σου βρίσκεται κανένας πρόχειρος δεν λέω όχι), αλλά θα σου ζητήσω κάτι πιο δύσκολο.

Δεν ξέρω εκεί που βρίσκεσαι (άλλοι λένε στην Καισαρεία, άλλοι λένε στον Βόριο Πόλο. Δεν έχεις αφήσει και εσύ μια σωστή διεύθυνση να ξέρουμε) αν διαβάζεις καθόλου εφημερίδες και ξέρεις τι γίνεται εδώ που ζω εγώ. Πριν από λίγο καιρό, λοιπόν, ανακοινώθηκε ότι τα παιδιά των μεταναστών που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα θα μπορέσουν να πάρουν την Ελληνική Ιθαγένεια.

Τι πιο ανθρώπινο, αγαπητέ μου Άγιε, από το να μεγαλώνεις κάπου (που ειδικά αν είσαι μικρό παιδί δεν το έχεις επιλέξει) και να σε δέχονται, μέσω των νόμων, ως ίσο τους. Μπήκα που λες αγαπητέ μου στο site του Υπουργείου Εσωτερικών Αποκέντρωσης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και άρχισα να διαβάζω. Όταν έφτασα στα σχόλια άρχισα να μην πιστεύω στα μάτια μου. Σχεδόν το 80% των σχολίων ήταν κατά αυτής της απόφασης. Πολλοί έκαναν υποδείξεις στους υπουργούς και τον πρωθυπουργό πως πρέπει να κάνουν καλά τη δουλειά τους και ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δίκαιο για τους Έλληνες. Γιατί είναι άδικο, μη με ρωτάς δεν ξέρω να σου απαντήσω.

Άλλοι, πάλι, ζητάνε δημοψήφισμα για το θέμα, «εδώ και τώρα». Πράγμα που σημαίνει ότι, για κάτι τόσο δεδομένο και απαραίτητο όπως είναι το δικαίωμα να φαίνεται ότι υπάρχεις και εκτός από υποχρεώσεις να έχεις και δικαιώματα, πρέπει κάποιος άλλος να ψηφίσει ότι θέλει εσύ να έχεις αυτό το δικαίωμα. Για πες μου εσύ που είσαι άγιος δεν είναι τρελό αυτό; Και επειδή πολλοί αυτό το λένε δημοκρατία, για εξήγησέ μου που ακριβώς βρίσκεται η δημοκρατικότητα ενός δημοψηφίσματος που θα αποφασίσει αν πρέπει ή όχι παιδιά που δεν γνωρίζουν άλλη γλώσσα από την ελληνική, άλλη ιστορία από την ελληνική και που γεννήθηκαν στην Ελλάδα να πάρουν την Ελληνική ιθαγένεια.

Τι να πω, ίσως τελικά, αυτοί που θέλουν να υπάρχουν πολίτες τρίτης κατηγορίας να είναι περισσότεροι από όσο ήθελα να πιστεύω.

Και αναρωτιέμαι αγαπημένε μου –μη υπαρκτέ- άγιε γιατί όλα αυτά; Γιατί τέτοια φοβία; Κανείς δεν θα κλέψει την Ελλάδα, τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα. Απλά η ζωή αρκετών ανθρώπων θα γίνει λιγότερο δύσκολη. Τι το κακό έχει αυτό; Τι το τόσο τρομερό και εκφοβιστικό;

Α… και ήθελα να σου πω επίσης ότι ο κ. Καρατζαφέρης (πρώην ιδιόκτητης γραφείου μοντέλων και νυν πολιτικός) φοβάται ότι αν οι ξένοι αποκτήσουν την Ελληνική Ιθαγένεια τότε θα μπουν στην Βουλή και μπορεί μια μέρα η Ελλάδα να διοικείται από ξένους.(Είναι σαν να ακούω το γέλιο σου αγαπητέ μου. Το γνωστό ho ho ho ho). Λες και στην Ελλάδα όποιος έχει ελληνική ιθαγένεια μπορεί να γίνει πρωθυπουργός. Λες και μέχρι σήμερα δεν έχουμε δει ότι αν δεν υπάρχει «τζάκι» (και δεν εννοώ εκείνο που εσύ χρησιμοποιείς για να μπεις στα σπίτια και να αφήνεις τα δώρα σου) να «στηρίζει» και να «σπρώχνει» καταστάσεις δεν γίνεται τίποτα.

Αυτό, λοιπόν, που θέλω να φέρεις για το 2010 στην Ελλάδα, αλλά και στον υπόλοιπο πλανήτη, είναι περισσότερη ανθρωπιά. Ξέρω, άγιος είσαι δεν είσαι θεός αλλά είμαι σίγουρη ότι κάτι θα κάνεις και για μένα.


23.12.09

Καρα-Che-φέρης: Ο «προστάτης» του λαού


Ανοίγεις την TV στο κρατικό κανάλι, διότι γνωρίζεις ότι θα δεις τους εκπροσώπους του λαού να μιλάνε για την κατάσταση της οικονομίας στην χώρα και αντί για αυτό τι βλέπεις; Τον κ. Καρατζαφέρη σε ρόλο επαναστάτη- προστάτη του λαού να ωρύεται επισημαίνοντας την επικινδυνότητα της νομιμοποίησης των μεταναστών στην Ελλάδα….

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μια κακή μου συνήθεια είναι όταν τρώω να έχω την τηλεόραση ανοιχτή και να χαζεύω. Στο βήμα της βουλής, όταν εγώ μασούσα την ψητή μου πατάτα, βρισκόταν ο κ. Καρατζαφέρης ο οποίος άρχισε να κάνει μια σύντομη περίληψη των γεγονότων του χρόνου που σε λίγο φεύγει με το δικό του «φαντασμαγορικό» τρόπο.

Αφού μίλησε για την Κούνεβα αφήνοντας υπονοούμενο ότι, «της αγοράσαμε σπίτι με τα λεφτά του Ελληνικού λαού», ανέφερε το συμβάν με τον μουσουλμάνο μετανάστη που κάποιος αστυνομικός του έσκισε το Κοράνι και οι συμπατριώτες του διαδήλωσαν στους δρόμους της Αθήνας. Αυτό που είπε για το θέμα αυτό, ήταν ότι τώρα ο συγκεκριμένο μετανάστη βρίσκεται, λέει, στην φυλακή διότι έκλεψε. Απορία πρώτη: Που στο καλό το διάβασε αυτό ο κ. Καρατζαφέρης και εγώ κάνοντας μια αναζήτηση στο Ιντερνέτ δεν βρήκα τίποτα πουθενά. Απορία δεύτερη: Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αν κάποιος κλέβει για παράδειγμα έχουμε το δικαίωμα να του κάνουμε ότι θέλουμε, ακόμη και να προσβάλουμε την πίστη του; (Δεν ξέρω. Ρωτάω.)

Ακούγοντας αυτά η όρεξή μου είχε αρχίσει να λιγοστεύει και άφησα το πιρούνι, για να συνεχίσω να ακούω τα λεγόμενα του κ. Καρατζαφέρη. Το άλλο θέμα που τόνισε σθεναρά ο πρόεδρος του Λ.Α.Ο.Σ, ήταν η εναντίωσή του με το θέμα που συζητείται έντονα τις τελευταίες μέρες από κυβέρνηση και αντιπολίτευση για την νομιμοποίηση των μεταναστών δεύτερης γενιάς. Μάλιστα, απευθύνθηκε στον κύριο Σαμαρά και όπως διάβασε «εις το Βήμα», όπως ο ίδιος είπε, ο κ. Σαμαράς είναι υπέρ του να γίνει αυτή η νομιμοποίηση κάτι που δεν το περίμενε από εκείνον.

Αλλά αυτό που μου έκανε περισσότερο εντύπωση ήταν η σιγουριά του κ. Καρατζαφέρη όταν έλεγε να ζητήσουν από τον ελληνικό λαό τα κόμματα της Βουλής, μέσω τους δημοψηφίσματος, να αποφασίσει εάν θέλει ή όχι την νομιμοποίηση των μεταναστών. Ήταν τέτοια η σιγουριά του, ότι οι Έλληνες δεν θέλουν κάτι που σε άλλες χώρες θεωρείται δεδομένο, που καταντούσε ενοχλητική.

Στο μεταξύ αρκετές φορές τον άκουγα να λέει την φράση «νομιμοποίηση λαθρομεταναστών» και όχι «νομιμοποίηση μεταναστών», πράγμα άτοπο διότι κανένας μετανάστης που είναι στην Ελλάδα χωρίς χαρτιά (δηλαδή λαθρομετανάστης) δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί. Αυτό το γνωρίζουν ακόμη και οι πέτρες πόσο μάλλον ο κ. Καρατζαφέρης που είναι πάντα ενημερωμένος για τα πάντα.

Στην ομιλία του, ο πρώην ιδιοκτήτης γραφείου μοντέλων, μίλησε επίσης για την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, η οποία είναι η χείριστη. Όχι επειδή εκατομμύρια άτομα για χρόνια ολόκληρα δεν έχουν δικαιώματα στην Ελλάδα, (ας ζουν εδώ νόμιμα) και καταπατούνται με αυτό τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά επειδή οι ξένοι επενδυτές δεν εμπιστεύονται την Ελλάδα για τις δουλείες τους και αναγκάζετε εκείνος να κάνει τον διαμεσολαβητή έτσι ώστε η χώρα να βγει από την κρίση.

Εάν η Έλληνες είναι ρατσιστές, ήταν το άλλο ζήτημα που απασχόλησε έντονα τον πρόεδρο του ΛΑΟΣ. Τι περίεργο, σήμερα το πρωί όλες οι εφημερίδες είχαν την πανελλαδική έρευνα που έκανε η εταιρεία, Κάπα Research για την μετανάστευση, κατά την οποία ο 1 στους 2 Έλληνες θεωρεί την παρουσία των μεταναστών στην χώρα απειλή. Αναρωτιέμαι δεν είναι ρατσιστικό ο ένας στους δύο πολίτες μιας χώρας να θεωρείς οοοοοολους τους ξένους απειλή;

Αφού μίλησε για τα αγαπημένα του θέματα Μακεδονία και Τουρκία και μας ανακοίνωσε ότι το Σάββατο θα πάει να προσευχηθεί «εις το Φανάρι», ο κ. Καρατζαφέρης έκανε και τα παράπονά του για τον κ. Καραμανλή (ναι για εκείνον που μέχρι πριν από λίγους μήνες θεωρούσε τον πιο ικανό να κυβερνήσει), ότι ήταν, λέει, 9 ώρες στο Club18 στο Κολωνάκι και δεν ήταν στην Βουλή να δουλέψει όπως έκανε ο ίδιος.

Το τι ακολούθησε μετά απ’ αυτό δεν περιγράφεται. Ο κ. Πάγκαλος να δίνει εξηγήσεις, ο κ. Παναγιωτόπουλος και άλλοι δυο βουλευτές της Ν.Δ, να φωνάζουν και να ζητούν τον λόγο. Ο κ. Καρατζαφέρης να ζήτα πάλι τον λόγο, ο Πρόεδρος της Βουλής, κ. Φ. Πετσάλνικός παραλίγο να πάθει εγκεφαλικό από τα νεύρα του και μονίμως να φωνάζει: «Δεν έχω χρόνο, δεν έχω χρόνο. Πρέπει να μιλήσουν και οι άλλοι». Τα χέρια της κυρία που μετέφραζε για τους κωφούς τα όσα λέγονταν στην αίθουσα να έχουν πάρει φωτιά, να έχει ιδρώσει και να μην προλαβαίνει ενώ εγώ, που βρισκόμουν στο σπίτι, να έχω χάσει τελείως την όρεξή μου για το υπόλοιπο φαγητό που είχε μείνει στο πιάτο.

20.12.09

Γιορτές και Κάλαντα


Κάθε φορά που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, αυτόματα στο μυαλό μου έρχονται τα κάλαντα. Η αδελφή μου και εγώ, όταν ήμασταν μικρές, περιμέναμε πως και πώς να έρθουν οι γιορτές για να βγούμε και να πούμε τα κάλαντα. Ξυπνάγαμε πρωί- πρωί, ετοιμάζαμε τα τρίγωνά μας, κάναμε και μια πρόβα στο σπίτι για να θυμηθούμε το τραγούδι και αφού με τις αγριοφωνάρες μας ξυπνάγαμε πρώτα τους γονείς βγαίναμε για να ξυπνήσουμε και την υπόλοιπη γειτονιά.

Την εποχή που βγαίναμε για να πούμε τα κάλαντα, μέναμε στο Παγκράτι, κοντά στο Καλλιμάρμαρο. Μπορεί να ακουστεί τρελό αλλά θυμόμασταν όλους όσους είχαμε επισκεφθεί την προηγούμενη χρονιά και μας είχαν φερθεί ωραία και γενναιόδωρα. Άλλωστε περιμέναμε πως και πως τα κάλαντα για μαζέψουμε χαρτζιλίκι και να αγοράσουμε παιχνίδια, βιβλία, σοκολάτες (χωρίς την άδεια της μαμάς) και δώρα (μιας και ο Άγιος Βασίλης ήταν πολύ απασχολημένος).

Για παράδειγμα, υπήρχε ένας κύριος, ο οποίος όταν έλειπε κολλούσε στην πόρτα του με σελοτεϊπ μια κάρτα που έγραφε: «Λείπω. Καλά Χριστούγεννα και καλή Πρωτοχρονιά» και μαζί με το χαρτί ήταν κολλημένο και ένα χαρτονόμισμα των πεντακοσίων δραχμών. Όποιο παιδί πήγαινε πρώτο, το έπαιρνε. Συνήθως το παίρναμε εγώ και η αδελφή μου αφού αρχίζαμε τα κάλαντα σχεδόν από τα χαράματα.

Κοντά στο σπίτι μας υπήρχε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο, το οποίο είχε πολλά γραφεία. Όσοι εργάζονταν σε αυτό ήταν σχεδόν όλοι νέοι, το πολύ μέχρι 35 ετών. Πηγαίναμε κάθε χρόνο σε αυτό το γραφείο και κάθε φορά μας έλεγαν: «Καλώς στα κορίτσια σας περιμέναμε», και φυσικά τα χρήματα που μας έδιναν για το καλό του χρόνου αντιστοιχούσαν με ένα καλό μεροκάματο.

Μια χρονιά αφού τους τραγουδήσαμε, ένας εκ των εργαζομένων μας είπε: «Θέλω να πάτε στο μεγάλο γραφείο, να ανοίξετε την πόρτα και να πείτε τα κάλαντα όσο πιο δυνατά μπορείτε». Όσοι βρισκόταν εκεί άρχισαν να γελάνε και μάλιστα μια κοπέλα είπε στον νεαρό: «Τι να τους δώσει μωρέ ο Σκρούτζ; »

Εμείς μην έχοντας καταλάβει τίποτα κάναμε ότι μας είπε ο νεαρός. Πήγαμε ανοίξαμε το γραφείο χωρίς να χτυπήσουμε και αρχίσαμε να τραγουδάμε δυνατά. Ο κύριος που ήταν μέσα, ο οποίος ήταν γύρο στα 50, παραλίγο να πέσει κάτω από την τρομάρα του (αλλά και από τις αγριοφωνάρες μας). Αφού μας άφησε να πούμε όλο το τραγούδι, μας παίρνει όλο νεύρα έξω από το γραφείο του, μας πηγαίνει εκεί που οι νεαροί εργαζόμενοι χασκογέλαγαν, βγάζει από το πορτοφόλι του επιδεκτικά ένα χαρτονόμισμα και (κοιτώντας πάντα τους υπαλλήλους του) μας λέει: «Χρόνια πολλά παιδιά μου. Πάρτε αυτό για να αγοράσετε σοκολάτες».

Στο μεταξύ το γέλιο των υπαλλήλων είχε κοπεί απότομα. Μόλις πήραμε το χαρτονόμισμα που κρατούσε στα χέρια του καταλάβαμε γιατί τους είχε κοπεί το γέλιο. Διότι το χαρτονόμισμα έγραφε πάνω, 10.000 δρχ. Όπως φάνηκε ο «Σκρουτζ» τους την είχε φέρει.

Αλλά αυτό που, ούτε εγώ ούτε η αδελφή μου, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ ήταν η βόλτα μας στο Κολωνάκι. Αν και δεν είχαμε πάει ποτέ εκεί, είχαμε ακούσει ότι όσοι ζούσαν στο Κολωνάκι ήταν άνθρωποι που είχαν οικονομική άνεση και με το σκεπτικό αυτό είπαμε να πάμε εκεί που έχουν (αρά και που θα τους περισσεύουν…) για να μαζέψουμε παραπάνω χρήματα.

Αυτό που ακολούθησε δεν μπορώ ακόμα να το πιστέψω. Στα περισσότερα σπίτι που χτυπήσαμε το κουδούνι για αν πούμε τα κάλαντα δεν άνοιξαν καν την πόρτα, αλλά ακουγόταν πάντα μια βιαστική φωνή που έλεγε: «Φύγετε. Μας τα ’παν». Στην καλύτερη των περιπτώσεων, όταν λέγαμε τα κάλαντα μας έδιναν 50 ή 100 δραχμές.

Ποιος θα το περίμενε ότι στην πιο πλούσια περιοχή της πόλης οι άνθρωποι να ήταν τόσο «φτωχοί»…

Εκείνη την φορά γυρίσαμε ξεθεωμένες από το περπάτημα και από την απογοήτευση στην περιοχή μας, το Παγκράτι, και είπαμε να πάμε σε μερικές ακόμη πολυκατοικίες λίγο πριν γυρίσουμε σπίτι. Χτυπήσαμε το κουδούνι ενός σπιτιού στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας και μας άνοιξε μια κοπέλα από τις Φιλιππίνες.

Μη ξέροντας πώς να αντιδράσουμε, ζητήσαμε συγγνώμη και πήγαμε να φύγουμε αλλά η κοπέλα μας ζήτησε να πούμε τα κάλαντα και πήγε μέσα.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, και ενώ εμείς λέγαμε για εκατοστή φορά ίσως τα κάλαντα, στην πόρτα είχαν έρθει και μας κοίταγαν με περιέργεια και χαρά, μια γυναίκα γύρο στα 50, τρεις νεαρές κοπέλες, ένας άνδρας, δυο μικρά κοριτσάκια και η κοπέλα που μας άνοιξε την πόρτα. Ήταν όλοι τους από τις Φιλιππίνες. Η σκηνή ήταν σαν βγαλμένη από ταινία. Δυο κοριτσάκια να λένε τα κάλαντα και από την απέναντι πλευρά της πόρτας ένα τσούρμο ανθρώπων να τα κοιτάζει σαν να έβλεπαν το ομορφότερο θέμα στον κόσμο.

Το πιο τρελό της ιστορίας, όλοι τους είχαν χρήματα στα χέρια τους και όταν τελειώσαμε ένας- ένας άρχισαν και μας τα έδιναν. Είχαμε μείνει άφωνες διότι τα χρήματα που μας έδωσε μια οικογένεια μεταναστών σε έναν ισόγειο στο Παγκράτι, ήταν πολλά παραπάνω απ’ ότι βγάλαμε λέγοντας τα κάλαντα στην πιο πλούσια περιοχής της Αθήνας.

13.12.09

Μάθημα: Πως ξεπερνάμε φοβίες…



Πριν από λίγο καιρό μας είχε επισκεφθεί η θεία μου μαζί με την κόρη της, την μικρή Χριστινούλα. Η ξαδερφούλα μου, πηγαίνει δημοτικό και, όπως μου έχει πει και η ίδια, σε όλα τα μαθήματα έχει άριστα. Είναι πανέμορφη (όχι επειδή είναι ξαδέλφη μου) αλλά είναι σαν τα παιδάκια που παίζουν σε διαφημίσεις του Βιτάμ. Αδύνατο, με μακριά ξανθά μαλλιά, με όμορφο χαμόγελο και πάντα ευγενική και καλοσυνάτη.

Όταν ήρθε, λοιπόν, Αθήνα της πρότεινα να πάμε βόλτα και χάρηκε πολύ. Κατά κάποιο τρόπο μου θύμιζε τον εαυτό μου στην ηλικία της, όπου όταν πήγαινα στο χωριό, η θεία μου (δηλαδή η μητέρα της) με έπαιρνε και πηγαίναμε βόλτες στα κτήματα και στο ρυάκι του χωρίου. Και τότε ήταν που ρώταγαν την θεια μου: «Κόρη σου είναι η μικρή, σου μοιάζει πολύ» και η θεία μου με μεγάλη χαρά και περηφάνια έλεγε: «Δεν είναι κόρη μου αλλά μου μοιάζει πολύ» και όντος όταν ήμουν μικρή πιο πολύ έμοιαζα στην θεία μου παρά στην μητέρα μου.

Έτσι και εγώ πήρα την ξαδέλφη μου και πήγαμε βόλτα. Πριν φύγουμε σταμάτησα στο περίπτερο να αγοράσω κάτι και άκουσα την περιπτερού να με ρωτάει: «Κόρη σου είναι η μικρή;». Προς στιγμήν χάρηκα και αυθόρμητα την ρώτησα: «Αλήθεια σου μοιάζω με την μικρή; Τόσο όμορφη είμαι;»

Η περιπτερού γέλασε και μου είπε: «Ναι μοιάζετε… πιο πολύ βέβαια στα μαλλιά».

Ήθελα να της πω «Μας υποχρέωσες», (τα μαλλιά της Χριστινούλας είναι φυσικά ξανθά, μακριά και πλούσια, ενώ τα δικά μου βαμμένα ξανθά και κομματάκι ταλαιπωρημένα) αλλά δεν είπα τίποτα.

Είχα υποσχεθεί στην ξαδερφούλα μου να πάμε για παγωτό και εκείνη είχε χαρεί πολύ. Στο δρόμο για το μαγαζί με τα παγωτά την είχα πιάσει από το χέρι και μιλούσαμε. Εγώ της έλεγα για την Αθήνα και εκείνη μου έλεγε για την κωμόπολη που μένει τα τελευταία πέντε χρόνια.

Σε κάποια φάση, αφήνει το χέρι μου και ενώ εγώ προχωρούσα μπροστά και της έλεγα τα δικά μου, εκείνη έχει εξαφανιστεί. Μόλις πήρα χαμπάρι τι είχε συμβεί έπαθα σοκ. Βλέπω τριγύρω και τι να δω; Η ξαδέλφη μου έχει πάρει αγκαλιά ένα σκύλο. Τι σκύλο δηλαδή, αυτό το πλάσμα έμοιαζε πιο πολύ με τίγρη που έχει στραπατσαριστεί η μούρη του, παρά με σκύλο.

Η πρώτη σκέψη που έκανα μόλις το είδα αυτό ήταν η εξής: «Χριστέ μου, πάει η Χριστινούλα. Αυτό ήταν θα την κατασπαράξει το ζωντανό. Τι θα πω στην θεία μου;»

Πήγα, την άρπαξα από το χέρι και άρχισα να της φωνάζω. Αλλά εκείνη πολύ ήρεμη μου είπε: «Μη φοβάσαι το σκυλάκι δεν κάνει κακό σε κανέναν. Να, χάιδεψε το και εσύ αν θέλεις.»

Ναι, αυτό μου έλλειπε να απλώσω χέρι πάνω στο «σκυλάκι» και να μείνω και κουλή. Την πήρα να φύγουμε και φτάσαμε στο ζαχαροπλαστείο για να φάμε παγωτό.

Μεταξύ παγωτού σοκολάτας και παγωτού φράουλας με είχε πιάσει εκείνο το πράγμα που πιάνει σε γενικές γραμμές κάτι τύπους σαν εμένα που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα, και σαν να μην έφτανε αυτό, συμβουλεύουν και τα παιδάκια κιόλας …

Μεταξύ των άπειρων συμβουλών που της έδινα (χωρίς να μου τις έχει ζητήσει) εκείνη μου είπε μια απίστευτη ιστορία. Συγκεκριμένα μου είπε: «Ξέρεις δεν τα φοβάμαι τα σκυλάκια διότι είναι καλά ζώα. Όταν δεν θέλεις να τους κάνεις κακό δεν σου κάνουν ούτε αυτά. Μόνο παρέα θέλουν.» Και συνέχισε: «Μια φορά πριν δυο χρόνια που ήμουν πιο μικρή. Γύρναγα σπίτι από τα αγγλικά. Είχε σκοτεινιάσει και έκανε πολύ κρύο. Δεν είχε έρθει ο αδελφός μου να με πάρει και γύρναγα μόνη μου. Στην στροφή για το σπίτι βλέπω ένα μεγάλο μαύρο σκυλί να γαυγίζει. Μόλις με βλέπει αρχίζει και τρέχει κατά πάνω μου. Τότε άρχισα να τρέχω και εγώ από τον φόβο μου. Έτρεχα, έτρεχα και κουραστικά πολύ. Ε… δεν άντεχα άλλο να τρέχω και πέταξα την τσάντα με τα βιβλία κάτω, γύρισα στο σκυλί που γαύγιζε, το έπιασα από το λαιμό και το πέταξα κάτω.»

Στο μεταξύ όση ώρα μου έλεγε όλα αυτά η Χριστινούλα εγώ έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό. Αν μου τα έλεγε αυτά άλλο παιδί θα πίστευα ότι λέει ψέματα 100% αλλά η Χριστινούλα είναι τόσο αθώο παιδί που δεν λέει ποτέ ψέματα.

Η ερώτησή μου, μόλις τα είπε αυτά ήταν: «Και τι έκανε το σκυλί μετά απ’ αυτό; Σου επιτέθηκε».

Εκείνη, σχεδόν, χαμογελαστά μου είπε: «Όχι. Το καημένο τρόμαξε τόσο πολύ που σηκώθηκε από το έδαφος και έφυγε τρέχοντας σαν τρελό. Τώρα χαϊδεύω όλα τα σκυλάκια που βλέπω, μικρά και μεγάλα, και ξέρω ότι κανένα δεν θα μου κάνει κακό διότι εγώ τα αγαπάω και αυτά το καταλαβαίνουν».

Εγώ, λοιπόν, που έκανα την δασκάλα πριν λίγα λεπτά, είχα πάρει ένα καλό μάθημα από ένα παιδάκι του δημοτικού. Ότι τελικά οι φοβίες (που θα μπορούσε άνετα να μοιάζουν με μαύρα σκυλιά που μας κυνηγάνε), είτε μεγάλες, είτε μικρές είναι αυτές με ένα και μόνο τρόπο εξαφανίζονται. Με την αντιμετώπιση.

Και όχι μόνο να τις δει κανείς κατάματα αλλά, όπως έκανε και η ξαδέλφη μου, αλλά να τις αρπάξει από το λαιμό και να τις βάλει κάτω. Μόνο τότε δεν θα σταματήσει το κυνήγι.

8.12.09

Για μια μπύρα…. στα Εξάρχεια


Την πέμπτη μέρα του Δεκεμβρίου του 2008 θα την θυμάμαι για πολύ καιρό (αν όχι για πάντα). Ήταν Παρασκευή και είχα κανονίσει με μια φίλη μου να πάμε Εξάρχεια για μπύρες. Κλασικά, είχαμε πει να συναντηθούμε μπροστά από το Πολυτεχνείο για να ανέβουμε μαζί στην πλατεία Εξαρχείων.

Κατά τις 8 η ώρα βρεθήκαμε και κατευθυνθήκαμε προς την οδό Στουρνάρη. Ξαφνικά όλα θύμιζαν βομβαρδισμένο τοπίο. Καμένα περίπτερα, καμένα αυτοκίνητα, σπασμένες βιτρίνες και τα χημικά στην ατμόσφαιρα να ενοχλούν έντονα τους πνεύμονές μας.

«Ρε ‘συ τι έγινε εδώ;», ρώτησα την φίλη μου που έδινε να μην εκπλήσσεται από το θέαμα .

«Έγιναν επεισόδια το μεσημέρι. Δεν το ήξερες;», μου είπε εκείνη.

Παντού επικρατούσε νεκρική σιγή. Δεν ακουγόταν τίποτα από πουθενά. Λες και όλοι είχαν εγκαταλείψει την περιοχή άρον- άρον. Ακόμη και τα φώτα που για κάποιο λόγο δεν ήταν ανοιχτά έκαναν πιο τρομακτικό το σκηνικό.

Κάποια στιγμή περπατώντας, είχαμε φτάσει λίγο πιο πάνω από την είσοδο του Πολυτεχνείου. Και από εκεί που δεν ακουγόταν τίποτα, από την σχολή βγαίνουν, πάλι χωρίς θόρυβο, καμία δεκαριά μαυροντυμένοι νεαροί με μαύρες κουκούλες και μαύρα κασκόλ. Χωρίς να προλάβω να πω ή να κάνω τίποτα από το ακριβός επόμενο στενό ξεπρόβαλε ολόκληρη διμοιρία με άνδρες των ΜΑΤ, οι οποίοι κατέβαιναν προς τα κάτω με συγχρονισμένο βήμα λες και έκαναν παρέλαση.

Έτσι, από κει που στην Στουρνάρη ήμουν μόνο εγώ και η φίλη μου, ξαφνικά λίγα βήματα πιο κάτω ήταν οι κουκουλοφόροι και λίγα βήματα πιο πάνω οι ένστολοι.

Εκείνη την στιγμή, για να πω και την μαύρη μου αλήθεια, αν πριν από λίγα λεπτά δεν είχα πάει τουαλέτα θα τα είχα κάνει πάνω μου.

Βρισκόμασταν κυριολεκτικά στην καρδιά ενός πολέμου που από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο θα ξεσπούσε και αν έκρινα από τις διαθέσεις και των δυο πλευρών θα ήταν άγρια τα πράγματα.

Αυτά που σκεφτόμουν εκείνη την ώρα δεν ήταν από πού να τρέξω για να ξεφύγω, ίσα- ίσα και εγώ και η φίλη μου είχαμε κοκαλώσει και βλέπαμε και τις δυο πλευρές σαν χάνοι.

Και μια φωνή ήταν εκείνη, η οποία μας έκανε να ξεπαγώσουμε και αν φύγουμε.

«Τι κάνετε εδώ ρε κοπελιές. Φύγετε από δω. Δεν βλέπετε τι πρόκειται να γίνει;», ακούστηκε μια φωνή να μας λέει.

Όχι δεν ήταν από το υπερπέραν η φωνή, αλλά από έναν νεαρό κουκουλοφόρο που μας πλησίασε και μας έδειξε από πού να φύγουμε. Πήγαμε εκεί που μας έδειξε ο νεαρός και είπα στην φίλη μου να κάνουμε γρήγορα αλλά εκείνη δεν το κούναγε ρούπι.

«Εγώ δεν φεύγω. Θέλω να τραβήξω μερικές φωτογραφίες», μου είπε βγάζοντας την φωτογραφική μηχανή από την τσάντα.

«Τιιιι; Χριστιανή μου πάμε να φύγουμε. Θα μας πετύχει καμία αδέσποτη πέτρα στο δόξα πατρί και θα τρέχουμε. Πάμε.», την παρακάλεσα εγώ αλλά εκείνη είχε ήδη αρχίσει να τραβάει φωτογραφίες.

Όσο η φίλη μου φωτογράφιζε εγώ έβλεπα τι γινόταν τριγύρω. Οι μαυροντυμένοι από την κάτω πλευρά του δρόμου να πετάνε πέτρες και οι ένστολοι από την πάνω πλευρά, με τις ασπίδες μπροστά, να πλησιάζουν σιγά- σιγά.

Ξαφνικά στο σκηνικό μπαίνει μια κυρία γύρο στα 70, η οποία περπάταγε λες και δεν έτρεχε τίποτα. Προφανώς, δεν είχε καταλάβει τι γινόταν μέσα στο σκοτάδι. Και εκεί που πήγαινε προς τους νεαρούς, δυο από αυτούς την πλησιάζουν και ο ένας της λέει: «Ρε γιαγιά τι κάνετε τέτοια ώρα έξω;»

Εκείνη βάζοντας τα γυαλιά της είπε: «Γιατί το λες αυτό παιδάκι μου, πόλεμο έχουμε;»

Την πήραν σχεδόν αγκαζέ και την πήγαν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Εκείνη, κοιτώντας πλέον το σκηνικό ξεκάθαρα και μέσα από τα μεγάλα γυαλιά της κούνησε το κεφάλι της σχεδόν με λύπη και με αργό βάδισμά μπήκε στο στενό.

Η φίλη μου πήρε τελικά την απόφαση να μου πει να φύγουμε και μέσω των σκοτεινών στενών φτάσαμε στην πλατεία Εξαρχείων. Εγώ φαντάστηκα ότι με πήγε εκεί για να πιούμε τις μπύρες που λέγαμε άλλα που;

Σχεδόν τραβώντας με ξαναπήγαμε στην Στουρνάρη και άρχισε να ξανατραβάει πάλι φωτογραφίες, αυτή την φορά τράβαγε τους άνδρες των ΜΑΤ. Ήταν τέτοια η άνεσή της που τους φωτογράφησε σχεδόν σε απόσταση αναπνοής.

Ε… δεν άντεξα, πήγα κοντά της και της λέω: «Σε ικανοποιεί αυτό το πλάνο ή να πούμε στα παιδιά να αλλάξουν πόζα; Όχι, αν δεν σου στήνονται καλά να τους το πούμε βρε αδελφέ.» αλλά εκείνη τίποτα δεν έπαιρνε από λόγια.

Περιμένοντας την φίλη μου να τελειώσει, αφού μου υποσχέθηκε ότι σε 10 λεπτά θα φεύγαμε, άρχισα να παρατηρώ τον κόσμο που είχε μαζευτεί τριγύρω. Ήταν όλοι κάτοικοι των Εξαρχείων, που σχεδόν λογομαχούσαν. Οι μισοί έλεγαν ότι η παρουσία της Αστυνομίας στα Εξάρχεια μόνο κακό κάνει τελικά, ενώ οι άλλοι μισοί έβριζαν τους νεαρούς που πέταγαν πέτρες στα ΜΑΤ.

Ακούγοντάς τους έμαθα και τον λόγο που η Στουρνάρη είχε γίνει εμπόλεμη ζώνη. Από το μεσημέρι οι νεαροί ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο και οι άνδρες των ΜΑΤ τους είχαν περικυκλώσει και δεν τους άφηναν να φύγουν. Προφανώς τους περίμεναν να βγουν για να τους συλλάβουν.

Μετά από λίγο η φίλη μου μάζεψε την φωτογραφική της μηχανή και πήγαμε να πιούμε την πολυσυζητημένη μπύρα. Φυσικά, παντού μιλούσαν για το περιστατικό που είχε προηγηθεί.

Την επόμενη μέρα το βράδυ ήμουν στο λεωφορείο και πήγαινα Παγκράτι σε έναν φίλο που γιόρταζε. Ξαφνικά, ο οδηγός μας είπε να κατέβουμε από το λεωφορείο διότι το κέντρο έχει κλείσει. Όταν ρωτήσαμε γιατί, εκείνος μας είπε ότι δεν γνώριζε για ποιο λόγο, αλλά μια φωνή γεμάτη απάθεια από το πλήθος είπε κατά γράμμα τα εξής: «Σκοτώθηκε ένας αναρχικός που πέταγε πέτρες στα Εξάρχεια για αυτό έκλεισαν τον δρόμο οι άλλοι αναρχικοί»….

ΥΓ: Την φωτογραφία την έχω πάρει από εδώ.


2.12.09

Ο λόφος της Ελένης

Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στο χωριό της μητέρας μου. Θυμάμαι ότι όταν έρχονταν να με πάρουν οι γονείς μου για αν πάμε στο Τεπελένι, (στην πόλη που γεννήθηκα) ένιωθα μεγάλη χαρά. Ειδικά όταν πλησιάζαμε στην πόλη ήμουν μονίμως κολλημένη στο παράθυρο του λεωφορείου για να δω την πόλη από μακριά. Μεγάλα κτίρια, μεγάλοι δρόμοι και μεγάλα σπίτια έβλεπα τότε και εντυπωσιαζόμουν. Βέβαια και την μαμά την έβλεπα πολύ ψιλή τότε, παρ’ όλο που εκείνη ήταν μόλις 1.50 cm.

Το πρώτο που βλέπει κάνεις μπαίνοντας στο Τεπελένι είναι το ξενοδοχείο, το οποίο στα παιδικά μου μάτια φαινόταν τεράστιο. Βλέποντάς το όμως μερικά χρόνια αργότερα, το 2005 που πήγα τελευταία φορά οδικώς στην Αλβανία, το μόνο που είδα ήταν ένα τριώροφο παλιό κτίριο. Οι δρόμοι που τότε μου φαίνονταν τεράστιοι και γεμάτοι αυτοκίνητα, όταν πήγα τελευταία φορά μου φάνηκαν μικροί και άδειοι. Κάτι τέτοιο ήταν φυσικό αφού έχω συνηθίσει στους μποτιλιαρισμένους και τεράστιους δρόμους της Αθήνας.


Διαβάζοντας για το Τεπελένι, στην Βικιπαίδεια έμαθα ότι το όνομά της πόλης σημαίνει. ¨Λόφος της Ελένης¨. Ο Αλί Πασάς είχε γεννηθεί σε ένα γειτονικό χωρίο, το Χόρμοβο και είχε χτίσει στο Τεπελένι το κάστρο του, πάνω στο οποίο σήμερα έχουν τοποθετήσει κόκκινές καρέκλες και τραπεζάκια και έχουν κάνει καφετέρια… .

Πριν από περίπου 90 χρόνια είχε γίνει ένας μεγάλος σεισμός, που κατέστρεψε ολόκληρη την πόλη, η οποία ξαναχτίσθηκε πάλι από την αρχή. Έκτοτε διαδόθηκε μια φήμη (κάτι σαν παράδοση), η οποία τόνιζε ότι αν στο Τεπελένι χτιστούν πάνω από 100 κτήρια τότε η πόλη θα καταστραφεί ξανά.





Πρόσφατα ανακάλυψα και το site της πόλης www.tepelena.com στο οποίο είδα φωτογραφίες από τους δρόμους, τα κτίρια και το ποτάμι της πόλης και θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια.

Πόσο πιο φωτεινά και όμορφα μου φαινόταν όλα τότε στο Τεπελένι; Όλα είχαν έντονα χρώματα και αυτή η πόλη που τώρα μου φαίνεται μια σταλιά τότε την φανταζόμουν τεράστια και δεν απομακρυνόμουν από το σπίτι μου διότι φοβόμουν μην χαθώ.

Μήπως αυτό είναι σημάδι ότι γερνάω;

Υ.Γ: Οι φωτογραφίες έχουν παρθεί από το site www.tepelena.com.